ἀσκάντης

ἀσκάντης
Grammatical information: m.
Meaning: `pallet, bier' (Ar.).
Dialectal forms: ἀκχάνθαρ (codd. ἀκχαλίβαρ)· κράββατος, Λάκωνες H.; and σκάνθαν. κράββατον H.
Origin: PG [a word of Pre-Greek origin]
Etymology: A substr. word, rather than vulgar (which solves nothing).
Page in Frisk: 1,163

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • ασκάντης — ἀσκάντης, ο (Α) 1. φτωχικό στρώμα, ψάθα 2. ξυλοκρέβατο για τη μεταφορά νεκρού ή φερέτρου. [ΕΤΥΜΟΛ. Άγνωστης ετυμολ. Ο τ. οφείλεται πιθ. σε παρετυμολογική επίδραση, πρβλ. τον παράλληλο τ. «σκάνθαν κράββατον» (Ησύχιος)] …   Dictionary of Greek

  • ἀσκάντης — pallet masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀσκάνται — ἀσκάντης pallet masc nom/voc pl ἀσκάντᾱͅ , ἀσκάντης pallet masc dat sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀσκάντην — ἀσκάντης pallet masc acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀσκάντου — ἀσκάντης pallet masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀσκάντῃ — ἀσκάντης pallet masc dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀσκάντα — ἀσκάντᾱ , ἀσκάντης pallet masc nom/voc/acc dual ἀσκάντης pallet masc voc sg ἀσκάντᾱ , ἀσκάντης pallet masc gen sg (doric aeolic) ἀσκάντης pallet masc nom sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀσκάνταν — ἀσκάντᾱν , ἀσκάντης pallet masc acc sg (epic doric aeolic) ἀσκάντης pallet masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.